Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!
Εκμυστηρεύσεις Η μεγάλη απογοήτευση

Εκμυστηρεύσεις | Δημοσίευση: 17-02-2015 12:17


Πολλοί από το άμεσο περιβάλλον μου με προτρέπουν να γράψω ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο με το αιτιολογικό ότι λόγω της ηλικίας μου και του γεγονότος ότι μπήκα στην αρένα σε πολύ νεαρή ηλικία αλλά και των πολλών και διάφορων – απίστευτων πολλές φορές – βιωμάτων μου, αφ΄ ενός μεν, αποτελώ «γέφυρα» μεταξύ ενός πολύ μακρινού παρελθόντος και του παρόντος και, αφ΄ ετέρου, οι λογιών-λογιών καταστάσεις που έχω ζήσει αξίζει να γίνουν γνωστές. Και μου φέρνουν σαν παράδειγμα την εισαγωγή που μου επέτρεψαν να γράψω για το βιβλίο μου «Επίγραμμα θανάτου» που προσφέρθηκε από την εφημερίδα «Το Βήμα» το 2011 – έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση που κάποιος έφτασε στο σημείο να σχολιάσει ότι ήταν πιο ενδιαφέρουσα από το μυθιστόρημα που ακολουθούσε!

Θα ξεκινήσω με την μεγάλη απογοήτευση που έζησα το 1955 και που έκανε την απογοήτευση που είχα ζήσει το 1953 να ωχριά...


Θα ξεκινήσω με την μεγάλη απογοήτευση που έζησα το 1955 και που έκανε την απογοήτευση που είχα ζήσει το 1953 να ωχριά – όταν, δηλαδή, απολύθηκα από την εβδομαδιαία τότε εφημερίδα «Εμπρός», όπου έγραφα κάθε δεύτερη εβδομάδα το αστυνομικό διήγημα με αμερικάνικο ψευδώνυμο επειδή δύσκολα θα γινόταν πιστευτό ότι έγραφε με τέτοιο τρόπο ένας Έλληνας.

 

Θα μπορούσε να πει κανένας ότι η απόλυση του 1953 ήταν δικαιολογημένη – τουλάχιστον με τον τρόπο που την είχε θέσει ο Αλέκος Φιλιππόπουλος, ο μεγάλος “εφημεριδάνθρωπος”, όπως έμεινε στην ιστορία του τύπου. Ήμουν μόλις 16 χρονών, πήγαινα τότε στην έκτη τάξη του γυμνασίου και καλά θα έκανα να τελειώσω το σχολείο πριν μπω στην δημοσιογραφία, μου είπε με το συνηθισμένο κατσούφικο ύφος του. Θράσος μου να γράφω αστυνομικό διήγημα στα 16, και να πληρώνομαι κιόλας, αλλά θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο αν πήγαινα κόντρα στη λογική του Φιλιππόπουλου.

 

Ωστόσο, δεν έπαυε να είναι απογοήτευση.

 

Ήταν, όμως, δικαιολογημένη και η απόλυσή μου το 1955 και το τριετές εμπάργκο που μου επιβλήθηκε στον χώρο όπου είχα αρχίσει να κάνω αισθητή την παρουσία μου;

 

Είχαν περάσει έξη κιόλας μήνες από την επανέκδοση της «Μάσκας, δέκα μήνες από την επίσκεψή μου στον «Ταχυδρόμο» και την γνωριμία μου με τον Απόστολο Μαγγανάρη, που ξεσηκωμένος από το πάθος μου και τις γνώσεις μου για το «αστυνομικό» ανάγνωσμα είχε αποφασίσει να εκδώσει και πάλι το θρυλικό περιοδικό που είχε κλείσει πέντε χρόνια πριν λόγω κακής κυκλοφορίας.

 

Η συνεργασία μου με τον Μαγγανάρη προχωρούσε σχετικά αρμονικά, παρά τα καυγαδάκια που είχαμε κάθε τόσο, επειδή εγώ επέμενα στους νέους «ήρωες» που είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην διεθνή αγορά, ενώ εκείνος ήταν προσκολλημένος στην προπολεμική παλιοπαρέα - «Ντετέκτιβ Χ», «Άνθρωπο Αράχνη, «Ντετέκτιβ Φάντασμα», «Λωποδύτη Φάντασμα» κλπ. Και κέρδιζα και αρκετά χρήματα – περίπου 6.000 τον μήνα, όταν ο πρώτος μισθός στις εφημερίδες εκείνη την εποχή, δεν ξεπερνούσε τις 1.100 δραχμές.

 

Αυτά μέχρι την μοιραία εκείνη ημέρα που συναντήθηκα τυχαία με τον Νίκο Θεοφανίδη, τον εκδότη του «Ρομάντσου» που είχε αναλάβει την χρηματοδότηση του νέου εγχειρήματος του Απόστολου Μαγγανάρη.

 

Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντιόμαστε. Τον έβλεπα τακτικά γιατί μικρός ήταν κι ο χώρος όπου κινούνταν όλοι οι άνθρωποι που δούλευαν στον Τύπο, αυτό που λέγαμε κάποτε «εμπορικό κέντρο», και μου είχε και κάποια αδυναμία, τολμώ να πω, ίσως επειδή δεν συμπεριφερόμουν όπως οι άλλοι νεαροί της εποχής μου. Επηρεασμένος από τους ήρωες την μυθιστορημάτων και διηγημάτων που μετέφραζα, αλλά και του αμερικάνικου κινηματογράφου είχα αποκτήσει μια γλώσσα κι έναν αέρα που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «ασεβής» αν δεν εκδηλωνόταν πάντοτε με μπόλικο χιούμορ. Στην περίπτωση του Θεοφανίδη, επειδή από την πρώτη μας συνάντηση μου είχε δώσει την εντύπωση σερίφη του Φαρ γουέστ με το πλατύγυρο καπέλο που φορούσε, με το μπόλικο σακάκι, το γιλέκο, το ρολόι στο τσεπάκι του γιλέκου και το χαρακτηριστικό παχύ μουστάκι, του είχα κολλήσει το παρατσούκλι… Σέριφ. Και του άρεσε. Κάθε φορά που τον αποκαλούσα «Σέριφ» γελούσε καλόκαρδα.

 

Έτσι γέλασε κι εκείνη την μοιραία μέρα.

 

«Γεια σου, Τζιμ!» μου είπε, σταματώντας μπροστά μου.

«Γειά σου, Σέριφ!»

«Πώς πας;»

«Ε, πώς να τα πάω, Σέριφ. Πολλή δουλειά.»

«Α, μην παραπονιέσαι. Πληρώνεσαι καλά. Τριάντα δραχμές την σελίδα δεν είναι και αστείο πράγμα. Κι είσαι μικρός ακόμα.»

 

Το ότι ήμουν μικρός ακόμα, το ήξερα. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ότι πληρωνόμουν με τριάντα δραχμές την σελίδα, όπως είχε ορίσει ο εκδότης στον προϋπολογισμό του. Γιατί εγώ πληρωνόμουν μόνο με δέκα πέντε δραχμές τη σελίδα. Κι όταν λέγαμε σελίδες της «Μάσκας» τότε, μιλούσαμε για σελίδα με πολύ μικρά στοιχεία, τα περιβόητα ελζεβίρ, και πολλές μα πολλές λέξεις, πάνω από 500 στη σελίδα. Πράγμα που σήμαινε ότι όταν έγραφα όλο το περιοδικό, έγραφα περισσότερες από 50.000 λέξεις και μολονότι εισέπραττα το… ιλιγγιώδες για την εποχή ποσό των 1500 δραχμών σε μια εβδομάδα, ήταν σκέτη σκλαβιά. Και αδικία.

 

Έτσι το είδα εγώ, δηλαδή. Σαν αδικία - μια αδικία που αν είχα κάποιον να με συμβουλέψει εκείνη την εποχή, θα την κατάπινα χωρίς νερό επειδή έτσι όριζε το σύστημα και ποιος ήμουν εγώ που θα πήγαινα κόντρα στο σύστημα;

 

Δεν είχα κανένα σύμβουλο, όμως, αλλά και να είχα δεν νομίζω ότι θα με απέτρεπε από την επόμενη ενέργειά μου. Τράβηξα κατ΄ ευθείαν στο γραφείο της «Μάσκας» κι επιτέθηκα λεκτικά στον Μαγγανάρη με ύφος ντετέκτιβ που έφτανε στο φινάλε μιας ιστορίας – το φινάλε όπου ο ήρωας απαριθμούσε τα στοιχεία που τον είχαν οδηγήσει στην αποκάλυψη του ενόχου.

 

Γίναμε μαλλιά κουβάρια κι εγώ μάζεψα τα λιγοστά μου πνευματικά υπάρχοντα και έφυγα ικανοποιημένος ότι είχα τοποθετήσει το ίνδαλμά μου στο σωστό του βάθρο, χωρίς να συνειδητοποιώ, χωρίς να ξέρω ότι είχα αρχίσει να σκάβω τον επαγγελματικό μου λάκκο. Το συνειδητοποίησα, και πολύ οδυνηρά, μάλιστα, στα τρία χρόνια που ακολούθησαν - τρία χρόνια ανεργίας, τρία χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών να μπορέσω να δουλέψω κάπου, να γράψω κάτι ή μάλλον να δημοσιεύσω κάτι γιατί δεν είχα πάψει να γράφω ούτε μια στιγμή.

 

Είχε πέσει «σύρμα» στην πιάτσα – μακριά από τον νεαρό Κορίνη! – μόνο και μόνο επειδή είχα διαμαρτυρηθεί για την παράνομη παρακράτηση της μισής αμοιβής μου.

 

Μεγάλη απογοήτευση.

Τζ. Κορίνης







 Video: Συνέντευξη του Τζίμμυ Κορίνη
Οι "27 της Ευρώπης" ερευνούν γιατί μας γοητεύουν τόσο οι ιστορίες για τα εγκλήματα και [...] μιλούν με κάποιες από τις σημαντικότερες μορφές του χώρου στην Ελλάδα, όπως ο Τζίμμυ Κορίνης, που ήταν επί σειρά ετών η "ψυχή" του θρυλικού περιοδικού "Η Μάσκα".